Skip to main content Scroll Top
ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 73-ΛΑΔΟΠΑΣΤΕΛ ΣΕ ΧΑΡΤΙ

Εικόνα εξωφύλλου: Πολυτεχνείο ’73. Λαδοπαστέλ σε χαρτί, έργο του Τάση Παπαϊωάννου

Το καλάθι της Κοκκινοσκουφίτσας – απόσπασμα από το άρτι εκδοθέν βιβλίο της Μαριάννας Τζιαντζή “Ιστορίες του Νοέμβρη”

Το καλάθι της Κοκκινοσκουφίτσας (απόσπασμα)

Η Νιόβη ήταν ερωτευμένη με τον Μάκη, που την περνούσε δύο χρόνια και ενάμισι κεφάλι. Ο Μάκης ήταν ο ωραίος του γυμνασίου, ψηλόλιγνος, καστανόξανθα μαλλιά, μάτια μελιά, πυκνές βλεφαρίδες. Άρεσε σε όλα τα κορίτσια ενώ οι φήμες έλεγαν ότι τα είχε φτιάξει με την κόρη μιας διάσημης χορεύτριας. Μιας χορεύτριας πιο σπουδαίας και από τη Νάντια Φοντάνα και από την Ελένη Προκοπίου και από τη Λίντα Άλμα, όλες γνωστές από το ελληνικό σινεμά, αν και κανείς δεν ήξερε το όνομά της. Ίσως το όνομα Μάκης να μην ήταν τόσο ποιητικό, όμως άκρως ποιητική ήταν η θωριά του και ας μην τον έλεγαν ούτε Φοίβο, ούτε Ιάσονα, ούτε Ορέστη.

Καλός μαθητής αλλά ζωηρός και πνεύμα αντιλογίας ο Μάκης-Γεράσιμος, με αρκετέςαποβολές στο ενεργητικό του. Οι καθηγήτριες τον λάτρευαν κρυφά, συχνά τον σήκωναν στον πίνακα μόνο και μόνο για να τον βλέπουν και να τον θαυμάζουν από κοντά και πάντα του έβαζαν μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι του άξιζε.

Η δεκαεξάχρονη Νιόβη, μαθήτρια της τετάρτης τάξης, ήταν όμορφη σαν ζωγραφιά βγαλμένη από παιδικό παραμύθι. Ήταν η Χιονάτη και η Κοκκινοσκουφίτσα μαζί, σγουρά μαλλιά μαύρα σαν τον έβενο, μάγουλα στο χρώμα του ροδάκινου και χείλη κερασένια σαν τη «Μικρή χωριατοπούλα» του τραγουδιού. Όμως ποτέ δεν ήταν τόσο όμορφη όπως εκείνο το πρωινό της δεκάτης έκτης Νοεμβρίου του 1973 όταν έκανε κοπάνα από το σχολείο και ξεκίνησε από το σπίτι της, χαμηλά στην οδό Σκουφά, με προορισμό το Πολυτεχνείο. Όχι τόσο από αντιδικτατορική διάθεση αλλά κυρίως με την ελπίδα πως θα συναντούσε τον Μάκη που, όπως έλεγαν οι φήμες, την προηγούμενη μέρα είχε ξεσηκώσει καμιά δεκαριά συμμαθητές του και άλλους τόσους από το φροντιστήριο της Κάνιγγος–μόνο αγόρια– και όλοι μαζί είχαν κατέβει στην Πατησίων να συμπαρασταθούν στους φοιτητές.

Το σπίτι της Νιόβη δεν ζούσε υπό τη σκιά της μεγάλης δικτατορίας αλλά της μικρής, τοπικής δικτατορίας του παππού Περικλή, συνταξιούχου αξιωματικού της Αστυνομίας Πόλεωνκαι διαβόητου εθνικόφρονα. Δύο διαμερίσματα στον ίδιο όροφο. Στο ένα έμεναν ο παππούς, η γιαγιά και η αδελφή της, στο άλλο η Νιόβη, χαϊδεμένο μοναχοπαίδι, με τη διαζευγμένη μητέρα της, μια «κυρία ατυχήσασα», όπως συνήθιζαν να λένε τότε, αν και η μεγαλύτερη ατυχία της ήταν ότι μετά το διαζύγιο ζούσε μεσοτοιχία με τον Πατέρα Αφέντη.

Ο παππούς ήταν ο κλειδοκράτορας και των δύο σπιτιών. Στο συρτάρι του κομοδίνου του είχε όλα τα κλειδιά του διαμερίσματος της κόρης του: της εξώπορτας αλλά και της ντουλάπας και του μπουφέ της τραπεζαρίας. Οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας ή της νύχτας ήταν ικανός να τσουλήσει με το αναπηρικόκαροτσάκι του–στο οποίο είχε μάθει να σκαρφαλώνει με εκπληκτική ευκολία– να ξεκλειδώσει και να σκαλίσει τα πάντα. Έτσι είχε ξετρυπώσει τα είδη μακιγιάζ που κρατούσε η Νιόβη σε ένα μικρό καπιτονέ νεσεσέρ: ένα ροζ κραγιόν, μια ανοιχτόχρωμη πούδρα, μάσκαρα, μαύρομολύβι και σκιές για τα μάτια.

«Αυτά είναι για τις τσούλες, όχι για τη δική μου εγγονή!» άστραψε και βρόντηξε ρίχνοντας τα κρυφά σύνεργα του κοριτσιού στο στρωμένο τραπέζι μια Κυριακή μεσημέρι λίγο προτού αρχίσουν να τρώνε όλοι μαζί όπως υπαγόρευε το άγραφο οικογενειακό πρωτόκολλο. «Μαθήτρια είσαι ακόμα!»

Εκείνη την Κυριακή θα έτρωγαν σφυρίδα με μαγιονέζα, σπεσιαλιτέ της γιαγιάς –και όχι οποιαδήποτε σφυρίδα αλλά «αθηναϊκή»– όμως κανείς δεν είχε όρεξη για φαγητό, η Νιόβη ήθελε ν’ αρπάξει τα πραγματάκια της και να τα ρίξει μες στη σουπιέρα που άχνιζε ή να πιάσει το μολύβι και να σχεδιάσει μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της, φανταζόταν τον παππού ακέφαλο, οριζόντιο σε μια στενόμακρη πιατέλα, σκεπασμένο με λιπαρή μαγιονέζα και στολισμένο με φέτες λεμονιού.

Η μητέρα και η γιαγιά τσιμουδιά. Μόνο η θεία ψέλλισε, «Κοριτσάκι μου, δεν έχεις ανάγκη να βάφεσαι, είσαι κουκλίτσα από μόνη σου».

Η κουκλίτσα πίεσε τον εαυτό της να μη βάλει τα κλάματα, τινάχτηκε όρθια κι έτρεξε στο δωμάτιό της, στο άλλο σπίτι.

«Να φύγουμε μάνα, να φύγουμε από δω, δεν τον αντέχω», είπε αργότερα στη μητέρα της, όπως της είχε πει πολλές φορές στο παρελθόν.

«Πρώτα πρέπει να βρω δουλειά», της απάντησε εκείνη. «Κάτι μου έχουν υποσχεθεί, κάνε υπομονή».

Η μητέρα της Νιόβη δεν είχε δουλέψει ποτέ στη ζωή της, ωστόσο ήξερε δύο γλώσσες, ήταν εμφανίσιμη, είχε πρακτικό μυαλό και κάπου θα μπορούσε να τη διορίσει ο πατέρας της που διατηρούσε καλές σχέσεις με πολιτικούς και με διορισμένους από τη χούντα διευθυντές δημόσιων οργανισμών. Όμως ο Περικλής, μαθημένος να επιπλήττει, να βρυχάται και να διατάζει προτιμούσε να διαιωνίζει τη σχέση εξάρτησης γιατί πώς αλλιώς θα επιβεβαιωνόταν η δική του εξουσία;

 

Σε διαδοχικές Αποκριές την είχαν ντύσει και Κουνελάκι και Φραουλίτσα και Χιονάτη και Κοκκινοσκουφίτσα. Εκείνο το πρωί Παρασκευής η Νιόβη πήρε μαζί της ένα ψάθινοκαλάθι, λίγο μεγαλύτερο απ’ αυτό τηςΚοκκινοσκουφίτσας, και ετοιμάστηκε να διασχίσει το μεγάλο αθηναϊκό δάσος αφήνοντας τον Κακό Λύκο στο διπλανό διαμέρισμα. Κάποτε το καλάθι είχε μέσα ποτά, πρωτοχρονιάτικο δώρο στον κύριο Περικλή από κάποιον υποτελή του. Μέσα στο καλάθι έβαλε ό,τι μπόρεσε να λεηλατήσει βιαστικά από την κουζίνα, φρυγανιές, ελιές Καλαμών, ένα βαζάκι μαρμελάδα βατόμουρο, ένα BaconCheese (ένα κρεμώδες τυρί που τότε το έτρωγαν για κολατσιό τα πλουσιόπαιδα, αλειμμένο σε μια φέτα ψωμί ενώ τα πιο φτωχά παιδιά έτρωγαν ψωμί με λάδι και ζάχαρη). Δεν άντεξε στον πειρασμό να μην κάνει μια αστραπιαία καταδρομική έφοδο στην κουζίνα του διπλανού σπιτιού και να προσθέσει στο καλάθι της ένα μικρό αυγοτάραχο, πεσκέσι για τον παππού από έναν παλιό Μεσολογγίτη, μπράβο με πλούσιο παρελθόν σε βρόμικες δουλειές. Ευτυχώς, ούτε ο παππούς ούτε η γιαγιά και η θεία δεν την πήραν είδηση. Επέστρεψε στο δωμάτιό της και, την τελευταία στιγμή, πρόσθεσε στο καλάθι μια μεγάλη ελβετική σοκολάτα με χρυσαφένιο περιτύλιγμα, δώρο της νονάς της. Αν και της άρεσαν τα γλυκά, δεν είχε αγγίξει τη σοκολάτα γιατί είχε μέσα ξανθέςσταφίδες που τις έβρισκε αηδιαστικές, αλλά την είχε κρατήσει για μια ξεχωριστή στιγμή – θα την έτρωγαν με τον Μάκη στο πρώτο τους ραντεβού. Για χάρη του θα κατάπινε και τις σταφίδες.

Mε την καρδιά της να χτυπά τρελά, μπήκε η Νιόβη στο Πολυτεχνείο κρατώντας το καλάθι της, ψάχνοντας με το βλέμμα της τον Μάκη ή κάποιο παιδί από το 5ο Γυμνάσιο. Ύστερα από λίγη ώρα, τον διέκρινε γαντζωμένο στα κάγκελα, πλάι σε άλλους πιτσιρικάδες, τον αναγνώρισε από το αμερικάνικο, κολεγιακού τύπου μπουφάν – το μοναδικό τέτοιου τύπου που κυκλοφορούσε στο σχολείο τους. Πήρε την ελβετική σοκολάτα και με αυτήν σημάδεψε την πλάτη του Μάκη που γύρισε ξαφνιασμένος προς το μέρος της. Η σοκολάτα έκανεγκελ κι επέστρεψε μπροστά στα πόδια της Νιόβης που τη σήκωσε και την έδειξε με νόημα στον Μάκη σαν να του έλεγε «έχω κάτι για σένα».

ΟΜάκης την πλησίασε γελαστός, τη φίλησε στο μάγουλο, της είπε πού να παραδώσει τα τρόφιμα. Πράγματι τα παρέδωσε στην αρμόδια επιτροπή, παίρνοντας όμως πίσω το καλάθι με σκοπό την αυριανή μέρα να το φέρει ξανά γεμάτο. Τη σοκολάτα την έβαλε στην τσέπη της.

«Έχουν έρθει άλλα παιδιά από την τάξη σου;» τη ρώτησε.

«Μόνο εγώ», είπε με καμάρι χωρίς να προσθέσει για σένα ήρθα ή, ακριβέστερα, ήρθα και για σένα.

«Η πέμπτη ούτε που πήρε χαμπάρι», την ενημέρωσε ο Μάκης. «Η έκτη θα κατέβει το απόγευμα, σχεδόν όλοι συμφώνησαν ότι θα κάνουν κοπάνα από το φροντιστήριο», γιατί η πλατεία Κάνιγγος ήταν φροντιστηριούπολη και καθώς βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το Πολυτεχνείο, η κάθοδος προβλεπόταν μαζική.

(Συνεχίζεται)

Τίτλος βιβλίου: Ιστορίες του Νοέμβρη, εκδ.  Καστανιώτη 2025

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Αφορμή για τις Ιστορίες του Νοέμβρη δεν ήταν μόνο η εξέγερση του Πολυτεχνείου αλλά και ο απόηχός της στα χρόνια που ακολούθησαν. Το σήμερα και όχι απλώς η αναπόληση των ένδοξων καιρών ορίζει και μεταβάλλει τον τρόπο που βλέπουμε το χθες. Αλλάζει ο κόσμος μας, αλλάζει και το βλέμμα μας. Κάτι από όσα έζησα, είτε από πρώτο είτε από δεύτερο χέρι, κάποια παιχνίδια της φαντασίας, κάτι από όσα συλλογίστηκα, κάτι από όσα συνέβησαν ή θα μπορούσαν να συμβούν αποτυπώνεται εδώ. Και ένας από τους λόγους που σήμερα συγκέντρωσα παλιές και νεότερες ιστορίες του Νοέμβρη, είναι επειδή θέλησα να δώσω φωνή και σ’ εκείνους που δεν μίλησαν, που έφυγαν νέοι, όμως θα υπάρχουνε πάντα «και την ωραία νιότη τους θα ζηλεύει η ιστορία».

 

Στο εξώφυλλο: Πολυτεχνείο ’73. Λαδοπαστέλ σε χαρτί, έργο του Τάση Παπαϊωάννου

Leave a comment