Η πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών και η αποκατάσταση της Δημοκρατίας τον Ιούλιο του 1974 υπήρξαν η κορύφωση μιας σύνθετης και σταδιακής αποσάθρωσης του χούντας. Στην πορεία αυτή, η αποτυχημένη γενική επιστράτευση του Ιουλίου του 1974 αποτέλεσε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές, καθώς αποκάλυψε με δραματικό τρόπο την οργανωτική ανεπάρκεια και την αποσύνθεση του καθεστώτος. Με αφορμή, λοιπόν, τη σημερινή επέτειο αποκατάστασης της Δημοκρατίας, δημοσιεύουμε ένα αφιέρωμα αποτελούμενο από τέσσερα διαφορετικά κείμενα που προσεγγίζουν την επιστράτευση του 1974 μέσα από συμπληρωματικές οπτικές.
Στο πρώτο κείμενο, ο ιστορικός Γιώργος Τσιρίδης εξετάζει τη συνολικότερη σημασία της επιστράτευσης, εντάσσοντάς την στη μακρά διαδικασία απονομιμοποίησης της δικτατορίας και της μετάβασης στη δημοκρατία. Στο δεύτερο κείμενο, μέσα από τη συζήτηση του Δημήτρι Γαρρή με τον Αργύρη Βασιλάκη, αναδεικνύεται η εμπειρία ενός φαντάρου στη Χίο και η εικόνα της χαοτικής λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού. Στο τρίτο κείμενο, παρουσιάζεται μία άγνωστη ως σήμερα επιστολή του επιστρατευμένου Μανόλη Αναγνωστάκη προς τον Λεωνίδα Κύρκο, η οποία αποτυπώνει το αισιόδοξο κλίμα των πρώτων εβδομάδων της Μεταπολίτευσης. Τέλος, στο τέταρτο κείμενο, η μαρτυρία του εφέδρου υπολοχαγού Καταδρομών Βασίλειου Μπεκιάρη φωτίζει την εμπειρία της Β΄ Μοίρας Καταδρομών και την αποτυχημένη αποστολή της προς την Κύπρο.

Από την «ελεγχόμενη φιλελευθεροποίηση» στην Επιστράτευση του 1974: το θεσμικό αποτύπωμα της συλλογικής δράσης
Η επέτειος της 24ης Ιουλίου και η αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974 εορτάζονται συμβατικά ως η στιγμή μιας θεσμικής μεταβολής, ως το ορόσημο της γέννησης της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, για την ιστορική και πολιτική επιστήμη, η κατάρρευση του δικτατορικού οικοδομήματος δεν υπήρξε ένα ακαριαίο γεγονός, ασύνδετο με τα όσα προηγήθηκαν ή αυτά που ακολούθησαν, αλλά η κορύφωση μιας μακράς και δυναμικής διαδικασίας.
Στο πλαίσιο αυτής της διαδρομής, η συλλογική δράση διεκδίκησε και επέβαλε τον ρόλο της ως παράγοντα εκδημοκρατισμού. Αν το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα και η εξέγερση του Πολυτεχνείου αποτέλεσαν την πιο ορατή, μαζική κορύφωση αυτής της διαμάχης, η γενική επιστράτευση του Ιουλίου του 1974, με αφορμή την κυπριακή τραγωδία, υπήρξε το σημείο της τέλειας πολιτικής απονομιμοποίησης του καθεστώτος. Ήταν η στιγμή που η κρατική μηχανή της δικτατορίας παρέλυσε από την ίδια της την ανικανότητα και την καθολική κοινωνική αντίθεση, ενώ ταυτόχρονα οι επίστρατοι λειτούργησαν ως μια μορφή εγγύησης του δημοκρατικού καθεστώτος εν τη γενέσει του.
Για να κατανοήσουμε τη δυναμική της κατάρρευσης, είναι χρήσιμο να εστιάσουμε αφενός στη φυσιογνωμία του απριλιανού καθεστώτος και αφετέρου στις κοινωνικές διεργασίες κατά τη διάρκεια της επταετίας. Η δικτατορία των συνταγματαρχών δεν υπήρξε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς ικανό να επιβάλει μια καθολική, οργανωμένη «ασφυξία» στην κοινωνία, ούτε διέθετε τη μαζική κινητοποίηση και την ιδεολογική συνοχή ενός μοναδικού πολιτικού φορέα. Ήταν ένα αυταρχικό, στρατοκρατικό καθεστώς που επιχείρησε βίαια να εισβάλει στον δημόσιο χώρο, να ποινικοποιήσει την ελεύθερη κοινωνική δράση και να εμπεδώσει μια πολιτική στατικότητα. Σε απάντηση αυτής της ασύμμετρης κρατικής διείσδυσης στη δημόσια σφαίρα, οι εκδηλώσεις αντίστασης δεν εξαφανίστηκαν. Μεταλλάχθηκαν, άλλαξαν τη φυσιογνωμία τους και, προκειμένου να επιβιώσουν, υιοθέτησαν άτυπα χαρακτηριστικά.
Για να το θέσουμε απλά, όσο αυξανόταν η κατασταλτική πίεση, τόσο οι φορείς της συλλογικής δράσης στρέφονταν -αναγκαστικά- σε άτυπες, αφανείς μεθόδους δικτύωσης. Οι «πολιτικές παρέες», τα δίκτυα αντιστασιακής σκέψης, οι συναντήσεις σε χώρους μη τυπικά προορισμένους για πολιτικές διεργασίες – όπως καφενεία, ζαχαροπλαστεία και κυλικεία – συγκρότησαν μια ανεπίσημη διάσταση παραγωγής πολιτικού λόγου. Αυτοί οι άτυποι θύλακες λειτούργησαν ως ένας «μηχανισμός διαμεσολάβησης» (brokerage mechanism), κινούμενοι σε μια γκρίζα ζώνη ημιπαρανομίας, και λειτούργησαν ως ουσιαστικά αόρατοι και επομένως ως μη ποινικοποιήσιμοι, αποτελώντας το πρόπλασμα που τροφοδότησε το μαζικό κίνημα.
Όταν το καθεστώς, υπό το βάρος της εσωτερικής υπονόμευσης και της διεθνούς απομόνωσης, επιχείρησε μετά το 1969 μια ελεγχόμενη «φιλελευθεροποίηση», οι εκφράσεις της κοινωνικής δράσης έσπευσαν να εκμεταλλευτούν εργαλειακά κάθε χαραμάδα νομιμότητας, αναπροσαρμόζοντας το διεκδικητικό τους ρεπερτόριο. Η ίδρυση νόμιμων επιστημονικών και πολιτιστικών συλλόγων με καλυμμένες αντιδικτατορικές αιχμές (όπως η ΕΚΙΝ και η ΕΜΕΠ) και η δραστηριοποίηση των Τοπικών Φοιτητικών Συλλόγων απέδειξαν την ευελιξία των κοινωνικών δρώντων. Αυτά τα νόμιμα σωματεία λειτούργησαν ως θεσμικά ορόσημα, τα οποία υπονόμευσαν την πολιτική νομιμοποίηση της χούντας διπλά: τόσο με τη δράση τους όσο και με την τελική τους απαγόρευση, τον Μάιο του 1972, αποδεικνύοντας ότι το καθεστώς δεν άντεχε ούτε τη θεωρητική συζήτηση ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους.
Η διαμάχη για τον χώρο στη δημόσια σφαίρα προσέδωσε μια πρωτόγνωρη κινηματική ώθηση. Είναι η μετακίνηση αυτή προς αφανείς τρόπους διεκδίκησης που προσδίδει δυναμική στο αντιστασιακό εγχείρημα εν μέρει να κυοφορήσει και σε κάθε περίπτωση να συνδεθεί με το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα: Εξάλλου, «κινητοποίηση» και «κίνημα», ετυμολογικά συγγενείς όροι, συνιστούν ταυτόχρονα διεργασίες που σχετίζονται με την «κίνηση» αντιπολιτευτικών, αντιστασιακών εκδηλώσεων προς ανεύρεση του χώρου έκφρασής τους στη δημόσια σφαίρα. Αν και τα τανκς του Πολυτεχνείου και το επακόλουθο πραξικόπημα του Ιωαννίδη επιχείρησαν να ανακόψουν βίαια αυτή τη δυναμική, επαναφέροντας το καθεστώς στην κατάσταση πολιορκίας, το απριλιανό οικοδόμημα είχε πλέον υπερβεί τα όρια της ιστορικής του βιωσιμότητας.
Το μοιραίο λάθος του καθεστώτος Ιωαννίδη με το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και η συνακόλουθη τουρκική εισβολή στην Κύπρο οδήγησαν στην κήρυξη της γενικής επιστράτευσης της 21ης Ιουλίου 1974. Η επιστράτευση αυτή λειτούργησε ως ο απόλυτος καθρέφτης της καθεστωτικής αποσύνθεσης. Η χούντα, η οποία επί επτά έτη στήριζε τη νομιμότητά της επικαλούμενη την εθνική ασφάλεια, την πειθαρχία και την αποκατάσταση της ισχύος των Ενόπλων Δυνάμεων, αποκάλυψε μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα την πλήρη οργανωτική, επιχειρησιακή και ηθική της χρεοκοπία.
Η διαδικασία εξελίχθηκε σε ένα χαοτικό σκηνικό πλήρους αποδιοργάνωσης, κατά το οποίο χιλιάδες επίστρατοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με την απόλυτη ανυπαρξία σχεδιασμού και πανικόβλητους αξιωματικούς. Ωστόσο, η βαθύτερη διάσταση αυτού του χάους δεν ήταν τεχνική, αλλά βαθύτατα πολιτική. Οι πολίτες που καλούνταν να στελεχώσουν το στράτευμα δεν ήταν πλέον οι παθητικοί υπήκοοι των πρώτων χρόνων της δικτατορίας. Ήταν μια κοινωνία που είχε εκπαιδευτεί στην αμφισβήτηση μέσω της άτυπης αντίστασης. Η χαλάρωση της καταστολής και η κυκλοφορία βιβλίων, η ανάδειξη του θεάτρου και κινηματογράφου το προηγούμενο διάστημα είχαν προξενήσει μια «πολιτιστική χιονοστιβάδα», προσφέροντας στη νέα γενιά έναν κοινό κώδικα απόρριψης του αυταρχισμού. Η είσοδος των επιστράτων στα στρατόπεδα μετέφερε ακαριαία αυτό το πνεύμα της κοινωνικής αντίθεσης και αντίστασης μέσα στον σκληρό πυρήνα του κράτους.
Οι επίστρατοι επέδειξαν μια καθολική, συχνά βουβή, πλην οφθαλμοφανή άρνηση να υπακούσουν στις διαταγές μιας ήδη απαξιωμένης ηγεσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η καθεστωτική ιεραρχία κατέρρευσε εκ των έσω και η επιστράτευση μετέτρεψε τη σιωπηρή κοινωνική δυσαρέσκεια σε μια de facto μαζική, ένοπλη άρνηση υπακοής. Δηλαδή, το καθεστώς έχασε την ικανότητα να επιβάλλεται διά του εξαναγκασμού, καθώς ο μηχανισμός του είχε στελεχωθεί από την ίδια την κοινωνία που εξέφραζε ποικιλοτρόπως την εχθρότητά της. Έτσι ιδωμένη η παράδοση της εξουσίας στους πολιτικούς, τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Ιουλίου, δεν ήταν μια πράξη μεγαλοθυμίας, αλλά η αναγκαστική ομολογία μιας ολοκληρωτικής πολιτικής χρεοκοπίας.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των συλλογικών δράσεων απέναντι στο αυταρχικό κράτος δεν αποτελεί μετρήσιμο στοιχείο με όρους ποσοτικής ανάλυσης. Πότε, λοιπόν, μια αντιστασιακή δραστηριότητα θα έπρεπε να θεωρηθεί αποτελεσματική; Σαφώς όχι μόνο στην περίπτωση που αυτή θα κατάφερνε ένα καίριο χτύπημα στο καθεστώς με αποτέλεσμα την άμεση κατάρρευσή του, με όρους «κατάληψης της Βαστίλης». Πράγματι, οι παράνομες οργανώσεις δεν έριξαν τη χούντα με τις βόμβες τους, ούτε οι απολογίες στα στρατοδικεία και η απόπειρα του Παναγούλη επέφεραν την πτώση της. Ομοίως, η πολιτιστική πίεση των νόμιμων οργανώσεων, η αυθόρμητη συμμετοχή του πλήθους στις κηδείες των Γ. Παπανδρέου και Γ. Σεφέρη, καθώς και οι καταλήψεις της Νομικής και του Πολυτεχνείου δεν προκάλεσαν την άμεση κατάρρευση του καθεστώτος. Ακόμη και οι επίστρατοι του 1974, στην κορύφωση της κρίσης, δεν έστρεψαν μαζικά τα όπλα τους ενάντια στους κρατούντες.
Παρ’ όλα αυτά, όλες οι παραπάνω εκδηλώσεις, ανεπτυγμένες σε ολόκληρο το χρονικό φάσμα της επταετίας και εντοπισμένες σε ένα απίστευτα πλουραλιστικό φάσμα οργανωτικής συγκρότησης αντίθεσης και αντίστασης, δημιούργησαν εκείνες τις συνθήκες που έκαναν αδύνατη την πολιτική επιβίωση του καθεστώτος μετά την κυπριακή τραγωδία. Ταυτόχρονα, η πολιτική παρακαταθήκη αυτού του πολύμορφου διεκδικητικού μετώπου έθρεψε τη δημοκρατική πολιτική κουλτούρα της ελληνικής κοινωνίας συνολικά και κατέστησε ευνοϊκότερες τις συνθήκες για τη μετάβαση και την εμπέδωση της δημοκρατίας, σε μια χώρα και μια περίοδο που οι συγκεκριμένες διαδικασίες δεν υπήρξαν ούτε αυτονόητες ούτε βέβαια εύκολες.
Η αναζήτηση μιας μοναδικής αιτίας πίσω από την κατάρρευση της δικτατορίας παραβλέπει το γεγονός ότι τα κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα σπάνια οφείλονται σε έναν και μόνο παράγοντα. Για να το θέσουμε σχηματικά, στο γνωστό σύνθημα «Ε-Ε-Έρχεται», συχνά υποτιμάται η αμφίδρομη σχέση των δύο όρων που το συνθέτουν: από τη μια πλευρά υφίσταται ο ορατός παράγοντας, που προσωποποιείται στον Κ. Καραμανλή στον οποίο αναφερόταν η ιαχή. Από την άλλη, όμως, η ιστορική βαρύτητα της πολιτικής ελίτ νοηματοδοτείται και ενεργοποιείται από το ίδιο το ανώνυμο πλήθος που την κραύγαζε. Με άλλα λόγια, οι «μάχες» των συλλογικών φορέων απέναντι στο καθεστώς, αλλά και ο ίδιος ο χώρος στον οποίο δόθηκαν, κερδήθηκαν πρωτίστως εξωθεσμικά, κληροδοτώντας ωστόσο το διακριτό τους θεσμικό αποτύπωμα στην ιστορική συγκυρία.
Γιώργος Τσιρίδης [Ιστορικός, Δρ. Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης]

Μνήμες ενός επιστρατευμένου στη Χίο – Μια συζήτηση με τον Αργύρη Βασιλάκη
Την περασμένη εβδομάδα είχα τη χαρά και την τιμή να κουβεντιάσω με τον Αργύρη Βασιλάκη, συνταξιούχο εκπαιδευτικό, ο οποίος το καλοκαίρι του 1974 βίωσε την επιστράτευση ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Χίο. Οι μνήμες του αναδεικνύουν τόσο το ανοργάνωτο και το χαώδες της επιστράτευσης όσο και τους υπαρκτούς φόβους για το ορατό ενδεχόμενο ενός πολέμου Ελλάδας-Τουρκίας, αμέσως μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Τον ευχαριστούμε θερμά για την αναδρομή στις πολύτιμες αναμνήσεις του.
Ο Αργύρης Βασιλάκης γεννήθηκε στη Χίο το 1940. Σπούδασε στο τμήμα Φυσικής του ΕΚΠΑ. Υπηρέτησε ως καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε Γυμνάσια και Λύκεια της Χίου από το 1965 έως το 2001. Από το 1986 ως το 2001 διετέλεσε διευθυντής στο Γυμνάσιο του Κάμπου στη Χίο. Τον Ιούλιο του 1974 επιστρατεύθηκε και υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός για δύο μήνες στα Αρμόλια της Χίου.
Δημήτρις Γαρρής: Είναι Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026 και βρίσκομαι στη Χίο με τον Αργύρη Βασιλάκη, για να κάνουμε μία συζήτηση σχετικά με την επιστράτευση του καλοκαιριού του 1974. Ευχαριστώ πολύ που δεχτήκατε να μιλήσουμε. Καταρχάς, εσείς έχετε γεννηθεί το 1940, σωστά;
Αργύρης Βασιλάκης: Ναι.
Δ.Γ.: Άρα τη στιγμή του πραξικοπήματος, τον Απρίλιο του 1967 είστε 27 χρονών;
Α.Β.: Ναι.
Δ.Γ.: Πού σας βρίσκει το πραξικόπημα; Τι θυμάστε; Τι αναμνήσεις έχετε από τη στιγμή που κατεβαίνουν τα τανκς στην Αθήνα και γίνεται η χούντα;
Α.Β.: Κοίταξε να δεις, 21 Απριλίου 1967, ήμουν στο σπίτι μου στη Χίο, ήμουνα καθηγητής και βγήκα να πάω στο σχολείο. Με βρήκε μια γειτόνισσα από εκεί που κατέβαινε, μου λέει: «πού πας;». Λέω: «σχολείο». Λέει: «δεν έχει σχολείο. Πραξικόπημα». «Τι πραξικόπημα μου λες;». «Δεν άκουσες» μου λέει «ραδιόφωνο πρωινό;». Λέω: «όχι». Λέει: «μην πας» μου λέει: «τζάμπα θα πας». Πράγματι, λοιπόν, γυρίζω στο σπίτι, το βάζω το ραδιόφωνο και ακούω τα καθέκαστα. Πήγα μετά μέχρι το σχολείο, ήταν και οι άλλοι συνάδελφοι εκεί, τα παιδιά τα είχαμε διώξει και δεν έγινε μάθημα εκείνη την ημέρα.
Ακούσαμε στο ραδιόφωνο, «βρε ποιος το έκαμε; Ποιος δεν το έκαμε;» Στην αρχή δεν ξέραμε, δεν γνωρίζαμε τα ονόματα των χουντικών. Πέρασαν δύο-τρεις μέρες για να τα πληροφορηθούμε. Οπότε και άρχισαν σιγά-σιγά πάλι να ξαναγυρίζουν τα σχολεία στη διαδικασία τους, με διακυβέρνηση πια από τη χούντα, την επταετία. Είχαμε μάθει ότι το πραξικόπημα έγινε από τον Παπαδόπουλο, τον Παττακό και τον Μακαρέζο, «για τη σωτηρία της Ελλάδος και λοιπά και λοιπά». Τους επωμιστήκαμε, για να μην τα μακρηγορώ, εφτά χρόνια στην πλάτη μας. Φέρανε την Ελλάδα στο χείλος της καταστροφής, απομονωμένη από τα άλλα κράτη σχεδόν. Εξορίστηκαν, σκοτώθηκαν πολλοί, κυρίως νέοι, πολλοί νέοι κυρίως, προσπαθώντας να αντιδράσουν σε αυτή την κατάσταση και φτάσαμε στην 20η Ιουλίου του 1974.
Δ.Γ.: Λίγο πριν από αυτό, εσείς κατά τη διάρκεια της χούντας κληθήκατε κάποια στιγμή, όπως όλοι οι άντρες νέοι, να υπηρετήσετε τη στρατιωτική σας θητεία, σωστά;
Α.Β.: Ναι. Υπηρέτησα από 25 Οκτωβρίου του 1968 μέχρι 25 Οκτωβρίου του 1970. Η θητεία ήταν διετής, κατατάχθηκα στις διαβιβάσεις, πήγα αρχικά στο Χαϊδάρι, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Διαβιβάσεων έξι μήνες, μετά τη βασική εκπαίδευση στην Κόρινθο και εν συνεχεία πήγα στη Λάρισα, όπου ήταν το στρατόπεδο της Α΄ στρατιάς, σε έναν λόχο, ο οποίος ήταν λόχος διαβιβάσεων τελείως απόρρητος. Παίρνανε οι ασυρματιστές σήματα και τα έστελναν απευθείας στο στρατηγείο. Εκεί ήταν επιστρατεύουσα αρχή, εκεί υπηρέτησα 17 περίπου μήνες και έμαθα καλά την επιστράτευση.
Δ.Γ.: Έχω δύο σκέψεις. Η μία είναι ότι στη στρατιωτική αρχή που υπηρετήσατε τη θητεία σας ήταν ένα κομμάτι κρίσιμο για το ενδεχόμενο που θα χρειαζόταν να γίνει επιστράτευση;
Α.Β.: Ναι.
Δ.Γ.: Εσείς το κλίμα πώς το θυμάστε; Όσο είστε φαντάρος από τον Οκτώβριο του 1968…
Α.Β.: Όχι, και μη φαντάρος. Και ως πολίτης που ήμουν. Από το πραξικόπημα του 1967 μέχρι το 1968 που πήγα στρατό και μετά το 1970 που επέστρεψα και πήγα και υπηρέτησα στο σχολείο μου και ήμουν εδώ σαν πολίτης στη Χίο. Υπήρχε μεγάλη τρομοκρατία. Τρομοκρατία, δεν τολμούσε κανείς να μιλήσει ανοιχτά. Είχαμε ψύλλους στην πλάτη όπως λέμε και δεν τολμούσε κανένας να διαβάσει εφημερίδες αριστερές. Είχα ένα-δυο φίλους οι οποίοι ήταν αριστερών πεποιθήσεων και οι οποίοι έφυγαν και πήγανε εξορία. Είχα και έναν θείο που ήταν αριστερών πεποιθήσεων και ο οποίος είχε πάει στη Μακρόνησο [ενν. τη δεκαετία του 1940] για κάποιο χρόνο. Ύστερα γύρισε πίσω.
Πολλές φορές μας ανάγκαζαν να κάνουμε ομιλίες, Κυριακές, Σάββατα και λοιπά, στους γονείς και κηδεμόνες με περιεχόμενο που το καθόριζε η χούντα και δεν μπορούσες να ξεφύγεις από αυτό. Δεν τολμούσες να ξεφύγεις από αυτό. Και δεν μπορούσες και να αντιδράσεις κιόλας, διότι άπαξ και έχεις οικογένεια, λες: «να αντιδράσω; Ένας κούκος φέρνει την άνοιξη; Ύστερα, τι γίνεται;». Δεν είμαστε όλοι ήρωες. Άμα σκέφτεσαι οικογένεια, παιδιά, και λοιπά, σε φρενάρουνε από τέτοιες πράξεις ηρωικές.
Δ.Γ.: Ας πάμε σιγά σιγά προς το καλοκαίρι του 1974. 15 Ιουλίου του 1974 γίνεται το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας κατά του Μακαρίου στην Κύπρο με το Σαμψών. Πέντε μέρες μετά εισβάλλει η Τουρκία στην Κύπρο και κηρύσσεται στην Ελλάδα γενική επιστράτευση. Εσείς επιστρατεύεστε, σωστά; Πείτε μου τι θυμάστε.
Α.Β.: Το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974 μαθαίνουμε από τα μέσα ενημέρωσης, ραδιόφωνα, τότε είχε έρθει στην Ελλάδα και η τηλεόραση, ασπρόμαυρη. Μαθαίνουμε ότι έγινε επίθεση των Τούρκων στην Κύπρο, ο Αττίλας, και κηρύχθηκε η γενική επιστράτευση. Όχι πανστρατιά.
Δ.Γ.: Ποια είναι η διαφορά;
Α.Β.: Η διαφορά είναι το εξής: Στην πανστρατιά καλούνται όλοι οι δυνάμενοι να λάβουν όπλα να παρουσιαστούν στις επιστρατεύουσες αρχές και εκείνες θα τους στείλουν όπου πρέπει. Όλοι ανεξαρτήτως, από μια ηλικία και κάτω.
Δ.Γ.: Όλοι; Και γυναίκες;
Α.Β.: Μόνο άντρες. Άντρες. Η επιστράτευση της 20ης Ιουλίου του 1974 δεν ήταν πανστρατιά. Εκλήθηκαν να παρουσιαστούν όπου το απολυτήριο τους λέει, αυτοί που είχαν χρωματιστό απολυτήριο, όχι λευκό.
Δ.Γ.: Τι σημαίνει αυτό;
Α.Β.: Χρωματιστό απολυτήριο σημαίνει ότι εν καιρώ ειρήνης οι επιστρατεύουσες αρχές, οι μονάδες που είναι για αυτή τη δουλειά, για την επιστράτευση, με τους εφέδρους που έχουν στη διάθεσή τους, δηλαδή άντρες που ήταν στον στρατό αξιωματικοί, αεροπορία, οπουδήποτε και λοιπά, έχουν τους φακέλους στη διάθεσή τους και από εκεί τους στέλνουν απολυτήρια με την αστυνομία ανάλογα άσπρα ή έγχρωμα. Τα έγχρωμα σημαίνει ότι έχουν ανάγκη και τους τοποθετούν σε μία υπάρχουσα μονάδα που δεν είναι όμως πλήρης. Εν καιρώ ειρήνης ένα τάγμα δεν έχει τους στρατιώτες που θα έχει εν καιρώ πολέμου.
Πρέπει λοιπόν, εγώ που είμαι στην επιστρατεύουσα αρχή, να βρω πόσους άντρες χρειάζεται αυτό το τάγμα. 100; 130; 110; Να τους στείλω απολυτήρια ανάλογα, χρωματιστά, πράσινα, μωβ, που θα γράφουν κάτω κάτω: «Σε περίπτωση επιστράτευσης θα παρουσιαστείς στο τάδε σημείο, στην τάδε μονάδα». Αυτές λέγονται αποστολές συμπλήρωσης.
Δ.Γ.: Εσείς είχατε χρωματιστό απολυτήριο;
Α.Β.: Χρωματιστό.
Δ.Γ.: Γίνεται η επιστράτευση και εσείς που πάτε; Τι κάνετε;
Α.Β.: Εγώ πάω στο στρατόπεδο Σαλαλέ, εδώ στη Χίο.
Δ.Γ.: Πού είναι αυτό;
Α.Β.: Όχι προς τον Παρθένη [χείμαρρος στα νότια όρια της πόλης της Χίου] το μεγάλο στρατόπεδο. Αυτός ήταν ο χώρος που ήταν η επιστρατεύουσα αρχή, στην επιστράτευση. Και στο βάθος είχε αποθήκη, όπου υπήρχε μέσα ο ρουχισμός και η ένδυση και ό,τι χρειαζόταν, σακίδια και λοιπά για τους εφέδρους που θα έρχονταν να ντυθούν, να πάνε να επανδρώσουν αυτές τις μονάδες. Ή υπάρχει και περίπτωση αντί να ήταν μία μονάδα και να της στέλνανε έναν αριθμό για να συμπληρωθεί, να ήταν και μία μονάδα που εν καιρώ ειρήνης δεν χρειάζεται, ένα τάγμα, και να το δημιουργούν εκείνη τη στιγμή. Πάμε εκεί, είχαν μαζευτεί και άλλοι Χιώτες νέοι. Ορισμένοι είχαν έρθει και με λευκά απολυτήρια. Όσους ήξερα, που το κουβεντιάζαμε: «τι απολυτήριο έχεις;» «Λευκό». «Δεν επιστρατεύεσαι εσύ, πήγαινε σπίτι σου». Δεν το πιστεύανε. Δεν με πιστεύανε αυτό που τους έλεγα. «Δεν σε καλεί εσένα με το λευκό απολυτήριο». Μόνο οι έχοντες χρωματιστό απολυτήριο [επιστρατεύονται]. «Πήγαινε σπίτι σου. Δεν σε χρειάζεται». Πήγαιναν και ρωτούσανε εκεί στην είσοδο της αποθήκης, που ήταν οι αξιωματικοί, έφεδροι και μη [και τους απαντούσαν]: «Ωωω, μείνε, κάτσε, κάτσε. Δεν ξέρουμε μπορεί να σε χρειαστούμε».
Δ.Γ.: Άρα υπήρχε μία… αβεβαιότητα.
Α.Β.: Και έτσι λοιπόν έμειναν εκεί νέοι, εν πάση περιπτώσει άνδρες, οι οποίοι ενώ είχαν λευκό απολυτήριο και δεν τους καλούσε σε επιστράτευση το κράτος, έμειναν εκεί και περίμεναν. Εγώ με κάποιους φίλους, γνωστούς που είχαμε χρωματιστά απολυτήρια καθίσαμε, περιμέναμε όλη την ημέρα και το απογευματάκι, γιατί υπήρχαν και πολλοί που πίστευαν ότι «εντάξει έγινε στην Κύπρο, αλλά δεν θα αφήσουν οι χώρες του ΝΑΤΟ, η διοίκηση του ΝΑΤΟ να γίνει πόλεμος ανάμεσα σε δύο μέλη του, Ελλάδα και Τουρκία». Άρα σε μερικές ώρες θα πούνε «εντάξει, αποσύρεται». Και τους λέω: «όταν γίνεται γενική επιστράτευση, δεν αποσύρεται πριν περάσουν τουλάχιστον δύο μήνες, όσο καλά κι αν πάνε τα πράγματα», γιατί τα ήξερα από την επιστράτευουσα αρχή. Δεν το πιστεύανε, κάθονταν εκεί, καθόμασταν, καθόμασταν και κατά το απόγευμα πλέον, κατά τις πέντε, πεντέμισι ώρα, λέω «πάω να ντυθώ, όποιος θέλει να έρθει μαζί μου». Και πήγαμε, ντυθήκαμε. Τα ρούχα μου ήταν εκεί, ο πατέρας μου είχε έρθει. Τα ρούχα τα πολιτικά και του τα έδωσα, τα πήρε στο σπίτι και εγώ ντύθηκα με τα στρατιωτικά. Μας έδωσαν και τον σάκο, όπου μέσα ήταν τα χειμερινά. Και αργά το βράδυ, αργά το βράδυ…
Δ.Γ.: Όλα αυτά την πρώτη μέρα της επιστράτευσης;
Α.Β.: Ναι, την πρώτη μέρα, για την 20ή Ιουλίου μιλάω. Αργά το βράδυ, κατά τις έντεκα και μισή με δώδεκα μας έβαλαν σε REO εμάς και μας πήγανε στα Αρμόλια. Τα Αρμόλια είναι το κέντρο της Νότιας Χίου. Εκεί στα Αρμόλια υπάρχει πίσω ένα σχολείο, των Αρμολίων. Υπάρχει και μια μεγάλη έκταση, ένα αλώνι και ένα μεγάλο χωράφι.
Δ.Γ.: Έχει στρατόπεδο εκεί;
Α.Β.: Όχι. Εκεί μας αφήσανε. Περάσαμε τη νύχτα σε ένα οίκημα μισοτελειωμένο και κοιμηθήκαμε κάτω στρώνοντας τις κουβέρτες μας. Και όπου αλλού βρίσκανε οι άλλοι, πολλοί και στο χώμα, κάτω από τα δέντρα, και ορισμένοι που ήρθαν χωρίς να είναι βέβαιοι ότι θα επιστρατευτούν, και οι οποίοι δεν προλάβαν να ντυθούν, όπως αυτοί που είχαν άσπρα απολυτήρια, που δεν τους ντύνανε αλλά τους τραβούσαν μαζί τους. Αυτοί δεν είχαν αλλά ρούχα να βάλουν παρά αυτά που φορούσαν. Ναι αλλά ήταν καλοκαίρι και ήταν με το κοντομάνικο πουκάμισο και το κοντό παντελονάκι. Το βράδυ λοιπόν είχε ψύχρα, κρυώνανε. Μεταξύ αυτών ήταν και ένας ξάδερφος μου, πρώτος. «Ε, κρυώνω», μου λέει, «κάτσε» του λέω. Βγάζω από το σακίδιο τα χειμωνιάτικα ρούχα και του δίνω και μια κουβέρτα που είχα επιπλέον, και «άντε», λέω, «πέσε και εσύ όπου βρεις και αύριο το πρωί τα λέμε. Αλλά εσύ κάνεις λάθος που δεν έφυγες να πας σπίτι σου».
Δ.Γ.: Το κλίμα εκεί πέρα, την πρώτη μέρα, πώς ήταν; Υπήρχε φόβος;
Α.Β.: Το κλίμα γενικά στην περιοχή του στρατοπέδου Σαλαλέ, που ήταν η επιστράτευση, ήταν χάος. Ένας συνταγματάρχης, που ήταν ο υπεύθυνος, έτρεχε πάνω-κάτω χωρίς να ξέρει τι κάνει, χωρίς να ξέρει να δώσει οδηγίες στους στρατιώτες του, στους υπαξιωματικούς του. Χάος, χάος, κόντευε να τρελαθεί ο άνθρωπος.
Δ.Γ.: Και η χούντα υποτίθεται ότι ήρθε για να στρώσει την κατάσταση, να οργανώσει τον στρατό, οπότε στην πραγματικότητα, όταν χρειάστηκε, φάνηκε ότι δεν ήτανε επιχειρησιακά έτοιμη.
Α.Β.: Όχι, όχι. Μετά την άλλη μέρα πήγαμε, βρήκαμε έναν συνταγματάρχη που θα ήταν ο διοικητής του στρατοπέδου στα Αρμόλια, Πασχαλίδης λεγότανε, και πήγαμε κάμποσοι αξιωματικοί πια.
Δ.Γ.: Εσείς ήσασταν έφεδρος αξιωματικός;
Α.Β.: Έφεδρος αξιωματικός, ανθυπολοχαγός. Πήγαμε και ένας ήτανε ταγματάρχης, ο άλλος ήταν λοχαγός, έφεδρος. Κάπου έπρεπε να μείνουμε κι εμείς. Και μας έδωσε, βρέθηκε ένα παλιό αντίσκηνο, τεράστιο, το οποίο πήγαμε μετά κόπου και το ανοίξαμε δίπλα στο αλώνι, ήταν τεράστιο και μέσα είχε γραφές από το 1940. Στρατιωτικό αντίσκηνο. Ήταν μεγάλο. Καμία δεκαριά άτομα στρώσαμε κάτω το μουσαμά του και από πάνω τις κουβέντες μας και τα πράγματα μας ανοίξαμε εκεί, καμία δεκαριά άτομα κοιμόμαστε εκεί, όσο ήμασταν στην επιστράτευση. Δίπλα ήτανε ένα αλώνι, στο αλώνι μέσα κάτι είχανε, αλεύρι ήτανε; Σιτάρι ήτανε; Βίκος ήτανε; Δεν ξέρω, πάντως είχε ξερά φύλλα κάτω και ήτανε μαλακά.
Την επομένη της επιστράτευσης, μετά από την τακτοποίηση μας, το βράδυ πια έρχεται ένας έφεδρος συνταγματάρχης, γνωστός, Παραδείσης Γιάννης λεγόταν, όχι ο δικηγόρος, που τον είχε στείλει ο διοικητής του στρατοπέδου, λέει: «άντε βρες έναν αξιωματικό έφεδρο, να κάτσει ξυπνός όλη τη νύχτα και να κοιτάει τον ουρανό, μήπως πέσουνε Τούρκοι αλεξιπτωτιστές, διότι αν ακούγεται κάτι τέτοιο, το Αρμόλια είναι η πιο ευαίσθητη περιοχή. Του λέω: «όλα καλά, να κάτσω ξάγρυπνος, αλλά πες ότι βλέπουμε να πέφτουν Τούρκοι και να φωνάξω: «στα όπλα», ποια όπλα; Αφού δεν έχουμε όπλα, με τι όπλα;».
Δ.Γ.: Δεν σας είχαν δώσει όπλα;
Α.Β.: Όχι. Όχι.
Δ.Γ.: Αυτό γιατί;
Α.Β.: Έλα ντε; Ούτε εμένα πιστόλι σαν αξιωματικός, ούτε στους άλλους στρατιώτες τους έδωσαν τα M1 ή τα αραβίδα, πώς το λένε; Το οπλοπολυβόλο. Δεν είχαμε όπλα, δεν μας έδωσαν. Πολλοί δε, που πήγανε αργά, κατά τις δέκα η ώρα να ντυθούνε, δεν βρίσκανε ούτε παπούτσια. Είχα ένα συνάδελφο, καθηγητή, ο οποίος ήταν και ψηλός και τα παπούτσια, αυτός έβαζε 45 νούμερο και τα παπούτσια ήταν 42. Ήταν λοιπόν με τις παντόφλες, γιατί είχε έρθει με τις σαγιονάρες και τα παπούτσια τα έδεσε τα κορδόνια και τα έριξε στον ώμο.
Δ.Γ.: Ευτυχώς που δεν πέσανε Τούρκοι αλεξιπτωτιστές.
Α.Β.: Ευτυχώς δεν έστειλαν. Μετά τις άλλες μέρες, υπήρχε και το πρόβλημα της σίτισης. Κάλεσες τόσο κόσμο, πώς θα τον ταΐσεις; Πολλοί δεν είχαν φαγητό. Και ευτυχώς κάπου στο Λιθί [παραθαλάσσιο χωριό της δυτικής Χίου] βγάλανε πάρα πολλές σαρδέλες και ειδοποίησαν τον στρατό: «Ελάτε, πάρετε» και πήγανε και πήρανε και φέρανε λαμαρίνες με σαρδέλες και φάγαμε. Μετά την τρίτη μέρα, την τέταρτη, μας δώσανε όπλα αλλά χωρίς σφαίρες. Είχαμε όπλα αλλά χωρίς σφαίρες, τα οποία ήταν μέσα στο γράσο. Και καθίσανε οι στρατιώτες, οι έφεδροι, να τα καθαρίσουν. Ζητούσαμε στουπιά, ζητούσαμε υγρά και λοιπά. Από οργάνωση μηδέν, μηδέν από οργάνωση.
Δ.Γ.: Πάντως, σκέφτομαι ότι, δηλαδή, έχω διαβάσει από άλλες μαρτυρίες για εκείνη την περίοδο, ότι ένας λόγος που η επιστράτευση απέτυχε είναι ότι ο στρατός εκείνη τη στιγμή είναι αποδιοργανωμένος ανοργάνωτος, υπάρχει όλη αυτή η ανοργανωσιά που μου περιγράψατε από την εμπειρία σας, αλλά παράλληλα, οι Τούρκοι εισβάλλουν στην Κύπρο και η χούντα, του Ιωαννίδη πια, καλεί επιστράτευση. Επιστράτευση σημαίνει ότι καλείς τον γενικό πληθυσμό, τους άντρες και θα έπρεπε να δώσει όπλα σε… Η πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων, των επίστρατων, είναι κατά του καθεστώτος. Μέχρι τότε σιωπηλά, αλλά δεν είναι υπέρ του. Ξέρω ότι δεν εκδηλώθηκε στάση ας πούμε, ούτε πήραν τα όπλα οι επίστρατοι και τα έστρεψαν ενάντια στους αξιωματικούς, αλλά και αυτό υπάρχει ως ένας φόβος της χούντας, ότι δίνεις μαζικά όπλα σε ένα γενικό πληθυσμό που έχει δείξει 8-10 μήνες πριν με το Πολυτεχνείο στην Αθήνα ότι δεν διάκειται φιλικά απέναντι στο καθεστώς.
Α.Β.: Ναι, μπορεί να το φοβότανε και να υπήρχε αυτός ο φόβος, αλλά η διοίκηση της χούντας κατά τη διάρκεια της επταετίας ήταν τόσο πιεστική που είχε δημιουργήσει φοβία τρομερή στον κόσμο. Ήταν τρομερός ο φόβος. Άρα για να βρεθεί, για να γίνει ας το πούμε ένα πραξικόπημα εναντίον της χούντας, θα έπρεπε να βρεθεί και κάποιος ισχυρός στρατιωτικός, αρχηγός στρατιάς, να πάρει ένα μέρος με το μέρος του και να ξεσηκωθεί πλέον ο κόσμος. Αλλά τότε υπήρχε και ο φόβος του αιματοκυλίσματος. Γιατί η χούντα είχε πιάσει όλα τα πόστα, είχε πολύ δικούς της ανθρώπους σε νευραλγικές θέσεις.
Επίσης, και κατά τη διάρκεια της επιστράτευσης η ανοργανωσιά συνεχιζόταν. Τα καύσιμα του στρατού, όλης σχεδόν της Χίου, ήταν στη Βέσσα [χωριό της κεντρικής-νότιας Χίου] βαρέλια, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο στον υπαίθριο χώρο. Οπότε αυτά από τους Τούρκους ήταν οπωσδήποτε γνωστά. Αν υπήρχε διαμάχη μεταξύ μας, ο πρώτος βομβαρδισμός θα έπεφτε εκεί, θα ανατίναζαν όλα τα καύσιμα. Οπότε, ποιος θα κινηθεί μετά; Τανκ, αυτοκίνητα, τίποτα.
Και κάποτε, μετά από μέρες, ήρθε ο Καραμανλής. Ο Καραμανλής, βέβαια, ενέπνευσε στους κατοίκους της Ελλάδας και στους επίστρατους, ότι χειριζόμενος την κατάσταση, θα αποτρέψει τον πόλεμο, και ανασάνανε όλοι, αλλά δεν μας απέλυαν, μας κρατούσαν. Μας κράτησαν μέχρι τον Σεπτέμβριο.
Δ.Γ.: Άρα εσείς μείνατε επιστρατευμένος δύο μήνες.
Α.Β.: Βέβαια. Βέβαια. Όταν ανοίξαν πια τα σχολειά, είδανε ότι έπρεπε να πάνε οι καθηγητές, και μας απέλυσαν. Δεν ξέρω αν κράτησαν τους άλλους και πόσες μέρες τους εκράτησαν, αλλά όχι πολλές.

Στα σύνορα, με το βλέμμα στη Μεταπολίτευση: Μία επιστολή του Μανόλη Αναγνωστάκη από την επιστράτευση του 1974
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης υπήρξε ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα, ήδη καταξιωμένος από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Μετά την επιβολή της χούντας το 1967, μαζί με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες επέλεξε να αναστείλει τη δημοσίευση λογοτεχνικών κειμένων ως ένα είδος άρνησης αποδοχής του καθεστώτος. Το 1970 έσπασε τη λογοτεχνική του σιωπή, συμμετέχοντας στην εμβληματική συλλογική έκδοση «Δεκαοχτώ Κείμενα», ενώ το 1973 έγινε βασικό στέλεχος του αντιδικτατορικού καλλιτεχνικού περιοδικού «Η Συνέχεια».
Ωστόσο, μία λιγότερη γνωστή πτυχή του βίου του Αναγνωστάκη στα χρόνια της δικτατορίας συνδέεται με την έτερη ιδιότητά του, αυτή του γιατρού. Το καλοκαίρι του 1974, παρότι σε ηλικία 49 ετών, ο ποιητής ήταν μεταξύ των επιστρατευμένων εφέδρων, στο υγειονομικό τμήμα του στρατού. Στάλθηκε, αρχικά, στο Κιλκίς και στη συνέχεια σε κάποιον στρατώνα κοντά στα σύνορα, χωρίς να είναι απολύτως σαφής η ακριβής του τοποθεσία. Μάλιστα, η παραμονή του εκεί, όπως και εκατοντάδων ή χιλιάδων άλλων φαντάρων, διήρκησε αρκετό καιρό, μέχρι τις πρώτες εβδομάδες του φθινοπώρου.
Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο Αναγνωστάκης απέστειλε ένα γράμμα στον Λεωνίδα Κύρκο, με τον οποίο τηρούσε στενές φιλικές και πολιτικές σχέσεις. Εξάλλου, λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1968, μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, ο Αναγνωστάκης ήταν μεταξύ εκείνων που πολύ γρήγορα συντάχθηκαν με την ομάδα που συγκρότησε το ΚΚΕ Εσωτερικού. Τις μέρες κατά τις οποίες γράφτηκε η επιστολή προς τον Κύρκο, η Αριστερά βίωνε πανηγυρικές στιγμές. Η χούντα είχε καταρρεύσει, η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας είχε αναλάβει τη μετάβαση σε ένα δημοκρατικό καθεστώς και τα δύο κομμουνιστικά κόμματα είχαν νομιμοποιηθεί de facto (και οσονούπω de jure). Το δε ΚΚΕ Εσωτερικού διαμόρφωνε ήδη το δημόσιο πολιτικό του στίγμα μέσα από τις πρώτες παρεμβάσεις των στελεχών του, την επανέκδοση της Αυγής και τη δημοσίευση του προγραμματικού κειμένου «Οι Στόχοι του Έθνους».
Ο Αναγνωστάκης δεν περιοριζόταν στην παρακολούθηση των εξελίξεων. Στην επιστολή του, πρότεινε στον Κύρκο την έκδοση ενός περισσότερο εκλαϊκευμένου θεωρητικού περιοδικού, στο οποίο επιθυμούσε να συμμετέχει και ο ίδιος, απομακρυνόμενος από τον χώρο της λογοτεχνικής αρθρογραφίας, με την οποία τόσο πολύ είχε καταπιαστεί κατά τα προηγούμενα έτη. Παρότι η ιδέα πιθανότατα δεν ήταν πρωτότυπη, το ΚΚΕ Εσωτερικού λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1975, εξέδωσε όντως το πρώτο τεύχος ενός περιοδικού που ανταποκρινόταν ακριβώς σε αυτή τη σύλληψη, την «Κομμουνιστική Θεωρία και Πολιτική» (ΚΟΜ.ΘΕ.Π.), η οποία κατά τα επόμενα έτη αποτέλεσε το κυριότερο μέσο μετάδοσης της κομματικής γραμμής και ιδεολογίας στο ευρύτερο κοινό.
Στο κλείσιμο της επιστολής του, ο ποιητής αναφέρεται σε έναν φαντάρο ο οποίος με σχεδόν συνωμοτικό τρόπο, αργά το βράδυ, ψιθυρίζοντας, του εξέφρασε τη χαρά του για την επανακυκλοφορία της Αυγής. Πρόκειται για μία χαριτωμένη στιγμή που αποτύπωνε μία λαχτάρα, έναν ενθουσιασμό και ενδεχομένως μία συγκράτηση. Εξάλλου, ο χώρος του στρατοπέδου, παρότι σαφώς ευτελισμένος κατά τη διάρκεια εκείνης της επιστράτευσης, παρέμενε ένας ιδιαίτερος και δυνάμει επικίνδυνος χώρος, ιδίως σε μία μεταβατική και εν πολλοίς αβέβαιη περίοδο.
Παρακάτω παρατίθενται εκτενή αποσπάσματα της επιστολής του Αναγνωστάκη στον Κύρκο. [Η επιστολή είναι διαθέσιμη στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), Αρχείο ΚΚΕ Εσωτερικού, Φακ. 32, Υποφακ. 2]
Λεωνίδα μου.
Είμαι ακόμα στρατιώτης. Δεν απολύθηκα παρά τας υποσχέσεις. (…) Σπανίως ή μάλλον ποτέ δεν υπήρξε μία κυβέρνηση τόσο «δική μας». Με πέντε υπουργούς τουλάχιστο που τους μιλάω με το μικρό τους όνομα και σε μερικούς με το «ρε». Αλλά δυστυχώς τίποτα. Προς το παρόν τη βολεύω με κάτι μικροάδειες αλλά αυτό δεν είναι λύση. (…)
Ως προς τα τελευταία. Απλώς παρακολουθώ. Βλέπω όταν κατεβαίνω κάτι Ρηγάδες αλλά πέραν τούτου ουδέν. Σκέψεις πολλές για το μέλλον. Η Αυγή από φύλλο σε φύλλου καλύτερη. Πολλά τα κενά αλλά δικαιολογημένα. Και ο κόσμος τα καταλαβαίνει και δεν μεμψιμοιρεί. Η διακήρυξη λαμπρή. Γενική αποδοχή. Ξέρω τι σκυλίσια δουλειά κάνετε (κουβεντιάσαμε με τον Θανάση). Κι εγώ στα σύνορα να φυλάγω την τιμή των εφέδρων…
Λοιπόν άκου τώρα: είναι επείγουσα ανάγκη να βάλουμε μπρος το περιοδικό. Ένα μηνιάτικο θεωρητικό όργανο, αρκετά βαρύ, σοβαρό, αλλά όχι στο σχολαστικό στυλ των παληών. Να μπορεί να διαβάζεται από όλον τον κόσμο. Όχι στενά κομματικό αλλά με σαφή πέρασμα της γραμμής μας. Το μόνο που δεν θα μας λείψει είναι η ύλη. Δόξα τω Θεώ όλοι γράφουμε – και πολλοί γράφετε και πολύ καλά. Το δύσκολο είναι η τελική επιλογή των κειμένων, όχι η συλλογή. Αυτό το περιοδικό μού πάει γάντι (…). Το μόνο κακό – και ανυπέρβλητο για αρκετό καιρό ακόμα – είναι ότι δεν μπορώ να φύγω από τη Σαλονίκη. Θα το συζητήσουμε όμως επαρκώς όταν τελειώσω απ’ αυτήν την περιπέτεια και έρθω να σας δω. Πάντως βάλτε το μπρος σα σκέψη τουλάχιστο και να προσανατολιστούμε προς την μηνιάτικη αυτή έκδοση. (…) Δεν υπάρχει τέτοιο περιοδικό στην Ελλάδα. Και μόνο εμείς μπορούμε να το βγάλουμε. Παρ’ όλο που είμαι βέβαιος ότι δεν ρίχνω καθόλου πρωτότυπη ιδέα, εντούτοις δεν είμαι σίγουρος αν έγινε καμία πολύ σοβαρή προεργασία ήδη. Να είμαστε έτοιμοι όταν κατέβω για συζήτηση. (Εσύ αποκλείεται να κάνεις εν ταξίδι κατά ‘δω;). Τώρα άνοιξαν οι δρόμοι.
Λοιπόν και πάλι συγχαρητήρια για την Αυγή. Άκου και τούτο, μην το γράψετε. Ένα βράδυ, αργά, γύρω στις 1 βγήκα από τη σκηνή μου να κατουρήσω. Σιγά σιγά πλησιάζει πίσω μου ο σκοπός, και αφού βεβαιώθηκε πώς είμουν γω, μου σφίγγει το μπράτσο και μου ψιθυρίζει με σπασμένη φωνή: «Γιατρέ, τα ‘μαθες; Κυκλοφόρησε η Αυγούλα»… Δεν είναι συγκινητικό; Καλό παιδί, χωριατόπουλο, του θεσσαλικού κάμπου.
Αυτά.
Γράφω βιαστικά.
Πολλά φιλιά στην αγαπημένη μου πάντα Καλή.
Μανόλης
[Επιμέλεια κειμένου: Βαγγέλης Ζιώγας]

Η αποστολή που ολοκληρώθηκε πριν καν ξεκινήσει: Μαρτυρία Βασίλειου Μπεκιάρη
Πέραν της χαοτικής κατάστασης που επικρατούσε στους στρατώνες των επιστρατευμένων φαντάρων, εξαιρετικά αντιφατικές ήταν οι εμπειρίες που βίωσαν ακόμη και οι περισσότερο ετοιμοπόλεμες μονάδες. Ιδιαίτερα ενδεικτική είναι η μαρτυρία του εφέδρου Υπολοχαγού Καταδρομών Βασιλείου Μπεκιάρη. Μέσα από την αφήγησή του αναδεικνύονται από τη μία πλευρά η επιχειρησιακή ετοιμότητα και το υψηλό ηθικό των ανδρών της Β΄ Μοίρας Καταδρομών και από την άλλη η απογοήτευση που προκάλεσαν οι αλλεπάλληλες ματαιώσεις της αποστολής. Παραθέτουμε απόσπασμα της μαρτυρίας του, η οποία περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Χαράλαμπου Αποστολάκη Επιχείρηση «Νίκη». Αποστολή Καταδρομέων της Α’ Μ.Κ.: «όπως την έζησα» (σ.227-230).
«Τον Ιούλιο του 1974 υπηρετούσα τη θητεία μου, ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός στη Β΄ Μοίρα Καταδρομών, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Ήμουν υπεύθυνος στον Λόχο Διοικήσεως και Υποστηρίξεως για ένα χρονικό διάστημα, όταν ο τότε Ταγματάρχης της Μοίρας Φώλιας Ιωάννης ανέλαβε το 3ο Γραφείο και την Υποδιοίκηση της Μοίρας. Τον τελευταίο μήνα είχε αναλάβει ο μόνιμος Υπολοχαγός Καλφέλης Αστέριος την διοίκηση του Λόχου, κι εγώ ήμουν Διμοιρίτης του. (…)
Είχα εκπαιδευτεί από την κατάταξή μας 29 Ιουλίου 1972 έως τον Οκτώβριο του 1979. Η απόλυσή μου θα γινόταν στις 29 Ιουλίου του 1974, τότε που ολοκλήρωνα τη στρατιωτική μου θητεία. Το ατόπημα του δικτάτορα Ιωαννίδη με το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου και η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο παρέτειναν τη θητεία μου μέχρι τις 29 Νοεμβρίου 1974. Τον Ιούλιο του 1974 το ηθικό στη Β΄ Μοίρα Καταδρομών ήταν ανυψωμένο! Σ’ αυτό συνετέλεσε και το γεγονός του νικηφόρου αποτελέσματος στους αγώνες στίβου μεταξύ των Καταδρομέων που έλαβαν χώρα στο «Καυταντζόγλειο» τον προηγούμενο Μάιο. Εκεί η Β΄ Μοίρα κατέλαβε την πρώτη θέση!
Στις αρχές, λοιπόν, του Ιουλίου, η Μοίρα βρισκόταν στην παραλία των Βρασνών, όπου έκανε θαλάσσια εκπαίδευση. Εγώ με τον αείμνηστο Υπολοχαγό Βλαχογιάννη Θεόδωρο μεταβήκαμε στη Θεσσαλονίκη 16 του μηνός, ως υπεύθυνοι τιμητικού αγήματος της κηδείας του Συνταγματάρχη Ρουχά, ο οποίος σκοτώθηκε στην Κύπρο. Την Παρασκευή αργά το βράδυ στις 19 προς 20 Ιουλίου με κάλεσε στη Μοίρα ο κ. Βλαχογιάννης και με ενημέρωσε ότι ήρθε σήμα να μεταβούμε το Σάββατο 20/7 στο Στρατόπεδο Καραντάσιου, να πάρουμε αρκετά φορτηγά ΡΕΟ και να πάμε στα Βρασνά να μεταφέρουμε ολόκληρη τη Μοίρα στο Αεροδρόμιο της Μίκρας, με σκοπό την μετάβασή μας στην Κύπρο. Περί τις 12 το μεσημέρι φτάσαμε στα Βρασνά. Αφού επιβιβάστηκαν όλοι οι καταδρομείς με τον εξοπλισμό τους στα ΡΕΟ, φύγαμε μέσω Καβαλαρίου, Άγιο Βασίλειο, Χορτιάτη για το αεροδρόμιο. Μέχρι το σούρουπο είχαμε όλοι επιβιβαστεί σε επιστρατευμένα BOEING της πολιτικής αεροπορίας. Τότε έλαβα διαταγή να φύγω από τον Λόχο Διοικήσεως και Υποστηρίξεως και να αναλάβω χρέη Διμοιρίτη στον 2ο Λόχο με υπεύθυνο τον Λοχαγό Σταφυλά Θωμά, με σκοπό να προσγειωθούμε πρώτοι, κάνοντας προγεφύρωμα ώστε να προσγειωθούν και τα υπόλοιπα αεροπλάνα. Η ώρα περνούσε και δεν απογειωνόμασταν. Τότε διέρρευσε έντονα μια πληροφορία ότι κάποιοι από τους πιλότους δεν ήθελαν να πετάξουν. Τελικά, απογειωθήκαμε μετά από δίωρη καθυστέρηση.
Κατά τη διάρκεια της πτήσης, μετά από ερώτησή μου προς το πλήρωμα, κανείς δεν μας ενημέρωσε ότι κατευθυνόμασταν προς τη βάση της Σούδας για ανεφοδιασμό, πράγμα που διάβασα μετέπειτα σε καταγεγραμμένες μαρτυρίες στην υπάρχουσα βιβλιογραφία. Εκείνες τις στιγμές όλη η Μοίρα είχε την πεποίθηση ότι κατευθυνόμαστε προς την Κύπρο. Διερωτώμαι, η Αθήνα δεν ήταν πλησιέστερη θέση ανεφοδιασμού;
Όταν προσγειωθήκαμε στη Σούδα, ενημερωθήκαμε ότι από ένα αεροσκάφος έφυγε η τροχοπέδη, βγήκε εκτός διαδρόμου και μέχρι να το επαναφέρουν θα ξημέρωνε και θα ήταν ανέφικτο να πετάξουμε για Κύπρο! Έτσι το πρωί της Κυριακής 21 Ιουλίου μάς επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη, αντί να βρισκόμαστε στην πραγματική μας αποστολή, να πολεμάμε μαζί με τα αδέρφια μας τους Κύπριους.
Το τραγελαφικό είναι ότι κατά την παραμονή μας τη νύχτα στη Σούδα, μας είπαν να κρυφτούμε για να μην μας εντοπίσουν οι Αμερικάνοι! Αρχίσαμε όλοι να πιστεύουμε ότι κάποια μεγάλη κοροϊδία συμβαίνει, αφού προσγειώθηκαν όχι ένα, αλλά τέσσερα BOEING και μάλιστα για ανεφοδιασμό. Αυτά δεν τα πήραν είδηση οι Αμερικάνοι, άραγε;
Με βαριά καρδιά επιστρέψαμε στη Θεσσαλονίκη, γιατί δεν πήγαμε να βοηθήσουμε τις Μοίρες Καταδρομών της Κύπρου, και τους αδερφούς μας Κυπρίους που μάχονταν με τον εχθρό. Στρατοπεδεύσαμε στο Σέιχ Σου και την Κυριακή το απόγευμα λάβαμε εκ νέου εντολή να φύγουμε για το αεροδρόμιο της Μίκρας, με προορισμό και πάλι την Κύπρο. Κατά το σούρουπο ήρθε ο Υπολοχαγός Βλαχογιάννης και μου είπε ότι έπρεπε να μεταφερθώ πίσω, στον αρχικό μου Λόχο, αυτόν της Διοικήσεως και Επιχειρήσεων, διότι είχε προκύψει ένα σοβαρό πρόβλημα. Είχαν φορτωθεί σε άλλο αεροπλάνο τα ΠΑΟ (Πυροβόλα Άνευ Οπισθοδρομήσεως) και τα μπαζούκας, και σε άλλο αεροπλάνο τα πυρομαχικά τους. Μετά από δύο ώρες, αφού τακτοποίησα το θέμα, ξαναπήγα στο 2ο Λόχο και περίμενα. Τελικά, άγνωστος για εμάς ο λόγος που δεν απογειωθήκαμε ποτέ.
Έτσι έζησα τα γεγονότα τον Ιούλιο του 1974, της προδοσίας της Κύπρου. Αναπάντητα μου έμειναν, επί σαράντα εννέα ως τώρα χρόνια, τα κάτωθι ερωτήματα:
Α) Γιατί έπρεπε να πάμε στη Σούδα για ανεφοδιασμό, αφού πετούσαμε για τρεις ώρες περίπου, χρόνος αρκετός για να φθάσουμε από Θεσσαλονίκη στην Κύπρο.
Β) Έφυγε ο τάκος και κύλησε το αεροπλάνο ή μήπως τον τράβηξε κάποιος που φοβόταν την μετάβασή μας στην Κύπρο; Εμείς οι Καταδρομείς της Β΄ Μοίρας νιώθουμε προδομένοι που δεν μας επέτρεψαν να βοηθήσουμε τα αδέλφια μας στην Κύπρο. Την αλήθεια, πιστεύω, δεν θα την μάθουμε ποτέ!»
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ
Έφεδρος Υπολοχαγός των Καταδρομών


